οὐσιώδης


οὐσιώδης
οὐσι-ώδης, ες, wesenartig, substantiell

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • οὐσιώδης — essential masc/fem acc pl (attic epic doric) οὐσιώδης essential masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) οὐσιώδης essential masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουσιώδης — ες (ΑΜ οὐσιώδης, ῶδες) [ουσία] γεμάτος ουσία, πραγματικός, αληθινός («ουσιώδης σύγκρισις», Επίκ.) νεοελλ. αυτός που αποτελεί την ουσία, κύριος, σημαντικός («ουσιώδης διαφορά»). επίρρ... ουσιωδώς (ΑΜ οὐσιωδῶς) κατά ουσιώδη τρόπο …   Dictionary of Greek

  • ουσιώδης, -ης, -ες — βλ. ουσιαστικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οὐσιωδέστερον — οὐσιώδης essential adverbial comp οὐσιώδης essential masc acc comp sg οὐσιώδης essential neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιώδει — οὐσιώδης essential masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) οὐσιώδης essential masc/fem/neut dat sg οὐσιώδεϊ , οὐσιώδης essential dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιώδη — οὐσιώδης essential neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) οὐσιώδης essential masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) οὐσιώδης essential masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιῶδες — οὐσιώδης essential masc/fem voc sg οὐσιώδης essential neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιώδεις — οὐσιώδης essential masc/fem acc pl οὐσιώδης essential masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιωδεστέροις — οὐσιώδης essential masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιωδέστερα — οὐσιώδης essential neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐσιωδέων — οὐσιώδης essential masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.